Ο Εύφηρος παριστάνεται ως έφηβος, στεφανωμένος αθλητής, φορώντας το ιμάτιο του αθηναίου πολίτη, προσηλωμένος στη στλεγγίδα, με την οποία θα ξύσει από πάνω του τη σκόνη της παλαίστρας. Τα κτερίσματα ωστόσο και τα οστά της ταφής υπήρξαν αναπάντεχα: ένα ειδώλιο πιθήκου, αγγεία και δύο χάλκινες στλεγγίδες γύρω από έναν σκελετό παιδιού!
Ο Εύφηρος χάθηκε πρόωρα, χτυπημένος ίσως από τον φοβερό λοιμό που αποδεκάτισε τους Αθηναίους το 430/29 π.Χ. ή το 427/26 π.Χ., πριν προλάβει να φθάσει στην ηλικία που τον εικονίζει η στήλη του. Οι γονείς του όμως επέλεξαν να τον απαθανατίσουν όπως θα ήθελαν να τον καμαρώσουν: σε ηλικία που θα ήταν χρήσιμος για την Αθήνα.
Στον τάφο του μικρού Λίσσου αποκαλύφθηκε ένα τρομερό εύρημα: τέσσερα μολύβδινα κουτάκια που περιείχαν μολύβδινα κουκλάκια. Δεν ήταν παιχνίδια μα αντικείμενα φθόνου. Κάποιος Αθηναίος θέλησε με αυτή την απαγορευμένη πράξη μαγείας να "δέσει'' τους αντιπάλους του σε δίκη.
Παρόμοιες κατάρες (κατάδεσμοι) ρίχνονταν σε τάφους, ιδιαίτερα όσων χάθηκαν πρόωρα, ώστε οι νεκροί να τις μεταφέρουν στις δυνάμεις του κάτω κόσμου και να επέλθει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Ο κατάδεσμος χρονολογείται το 425-400 π.Χ.