Ένας νεαρός ιππέας, στρέφει με δυναμισμό τη λόγχη του και κατατροπώνει ηρωικά τον αντίπαλο. Πρόκειται για μια επιβλητική επιτύμβια στήλη του γιου του Λυσανία από τον δήμο του Θορικού, του νεαρού Δεξίλεω.
Ο γενναίος Δεξίλεως έχασε τη ζωή του το 394-393 π.Χ., σε μάχη των Αθηναίων εναντίον των Σπαρτιατών και των συμμάχων τους, κοντά στην Κόρινθο, όπως πληροφορούμαστε από την επιγραφή στη στήλη του. Το σώμα του νεκρού δεν αναπαύεται στον οικογενειακό τάφο. Ο Δεξίλεως είχε ταφεί μαζί με τους συμπολεμιστές του στο Δημόσιο Σήμα.
Οι γονείς του ωστόσο τίμησαν τη μνήμη του και στον οικογενειακό τάφο τους, με μία στήλη όπου ο Δεξίλεως –αν και ηττημένος– παριστάνεται νικητής. 'Έφιππος, με κοντό χιτώνα και χλαμύδα, λογχίζει τον πεσμένο, γυμνό αντίπαλό του, ο οποίος προσπαθεί να αμυνθεί με το ξίφος, στηριζόμενος στην ασπίδα του.
Εξαρτήματα όπως τα χαλινάρια και το δόρυ του ιππέα ή το ξίφος του αντιπάλου ήταν μεταλλικά, προσηλωμένα στο πεντελικό μάρμαρο και δε διατηρούνται.
...Με τον πολέμιο σμίξαμε στον κάμπο της Κορίνθου,
ηλιοκαμένος και τραχύς κι ακράτητος Σπαρτιάτης,
βοριάς χιμάει επάνω μου πελώριος Σπαρτιάτης.
Τα χρόνια μου τα είκοσι πυρώνονται και βράζουν.
Της Σπάρτης άντρας είσ’ εσύ, παιδί είμαι της Αθήνας·
βοηθάτε με, ίσκιοι πατρικοί των Μαραθωνομάχων!
σφιχτά κρατώ με το ζερβί το χαλινάρι, χύνω
σα φλόγα τ’ άλογο, πετώ, σκύβω γοργά, τινάζω
τ’ ολόμακρο κοντάρι μου, κατάστηθα τον βρίσκω.
Στα πόδια εμπρός του αλόγου μου κατρακυλάει και πέφτει,
πέφτει κι εκεί που τον πατώ κρυφά τον καμαρώνω·
χωρίς να χάσει την ορμή, χωρίς μιλιά να βγάλει,
πέφτει και χάνεται και σβει και φοβερίζει ακόμα...
Εμέ Δεξίλεο με λεν, παιδί είμαι της Αθήνας,
πολέμησα και νίκησα κι εγώ για την πατρίδα.
Σε λίγο ο θάνατος ορμάει κι αλύπητα κι εμένα
με παίρνει από την γην αυτή, με φέρνει σ’ άλλον κόσμο.
Δε μ’ έριξε στα Τάρταρα, δε μ’ άφησε στον Άδη,
μακαρισμένο, αθάνατο, μ’ ανάστησε για πάντα
στα μαρμαρένια Ηλύσια, στα Ηλύσια της Τέχνης.
Κωστής Παλαμάς, «Οι τάφοι του Κεραμεικού. Δεξίλεως» (Τα μάτια της ψυχής μου, 892)