Στον Κεραμεικό θα συναντήσετε τα κατάλοιπα της μεγαλύτερης πύλης του αρχαίου κόσμου με εμβαδόν 1800 τ.μ.! Είναι το Δίπυλο, η μνημειακή είσοδος στην αρχαία Αθήνα.
Το Δίπυλον (478 π.Χ.) ήταν η πιο μνημειώδης είσοδος της πόλης. Από εδώ περνούσε η κύρια οδική αρτηρία, ο Δρόμος ή οδός Κεραμεικού, που οδηγούσε από την Αθήνα στο Γυμνάσιο της Ακαδήμειας, στην πεδιάδα της Ελευσίνας, (το Θριάσιο πεδίο, γι’ αυτό ονομαζόταν και Θριάσιες Πύλες) και στην Πελοπόννησο. Η ονομασία Δίπυλο μαρτυρά τη διαμόρφωση που απέκτησε στα ελληνιστικά χρόνια. Οι δύο εξωτερικοί πύργοι του Διπύλου συνδέονται με τα τείχη, ενώ οι δυο εσωτερικοί πύργοι, προς το μέρος της πόλης, ήταν ενωμένοι με τοίχο με δυο θύρες. Οι τέσσερις πύργοι σχημάτιζαν έναν κλοιό, μια κλειστή αυλή δηλαδή, ώστε να παγιδεύουν έξυπνα τον εχθρό στο εσωτερικό της. Σε κάθε έναν από τους τέσσερις πύργους, κλίμακες οδηγούσαν στις επάλξεις. Ο νότιος εξωτερικός πύργος πρόβαλλε αρκετά σε σχέση με τον βόρειο, επιτρέποντας στους αμυνόμενους να στοχεύουν από ψηλά στην ακάλυπτη από την ασπίδα δεξιά πλευρά των επιτιθέμενων. Τον καιρό της ειρήνης στην ίδια αυλή συναντιούνταν καθημερινά ταξιδιώτες και έμποροι, φιλόσοφοι, έφηβοι και εταίρες, ενώ πλήθος κόσμου συγκεντρωνόταν στις μεγάλες γιορτές και στις ετήσιες τελετές προς τιμή των νεκρών, στους αγώνες και στην εκφώνηση επιτάφιων λόγων προς τιμή των πεσόντων στους πολέμους που ενταφιάζονταν στο Δημόσιο Σήμα. Κατά τη γιορτή των Μεγάλων Παναθηναίων, οι λαμπαδηδρόμοι, που διαγωνίζονταν κατά φυλές, ερχόμενοι από την Ακαδημία, περνούσαν από το Δίπυλο και συνέχιζαν τον αγώνα προς την Ακρόπολη, για να ανάψουν πρώτοι τον βωμό για τη μεγάλη θυσία (εκατόμβη) προς τιμήν της Αθηνάς.
Στην κωμωδία του Αριστοφάνη, Βάτραχοι, ο θεός Διόνυσος διοργανώνει στον κάτω κόσμο ποιητικό διαγωνισμό ανάμεσα στους δύο μεγάλους τραγικούς: τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη. Στο παρακάτω χιουμοριστικό απόσπασμα η θεά Ήρα συζητά με τον Διόνυσο και αναφέρονται στο Δίπυλο κατά τη διάρκεια των λαμπαδηδρομιών.
ΗΡΑ. Κατήφορο και γρήγορο μη θέλεις; ΔΙΟ. Ναι, αλήθεια· δε μου αρέσουν οι πορείες. ΗΡΑ. Προς τον Κεραμεικό κατέβα τότε. ΔΙΟ. Κι έπειτα; ΗΡΑ. Ανέβα στον ψηλό τον πύργο… ΔΙΟ. Να κάμω τί; ΗΡΑ. και κοίτα τη λαμπάδα, της λαμπαδοδρομίας το σήμα· κι όταν φωνάξουν οι θεατές «ορμήσανε», όρμα τότε κι εσύ. ΔΙΟ. Για πού; ΗΡΑ. Για κάτω. ΔΙΟ. Μα έτσι θα χάσω δυο λοβούς απ᾽ το μυαλό μου. Δεν παίρνω αυτόν το δρόμο. [...] ΔΙΟ. Ναι, κανείς. Όταν ήταν γιορτή, Παναθήναια, τί γέλια που μου ᾽ρθαν! Μωρέ πώς δεν έσκασα; Κάποιος, παχύς και χλωμός κι αργοκίνητος, έτρεχε πάντα σκυφτός· όλοι μπρος απ᾽ αυτόν, κι ήταν πια να τον κλαις. Και στις πύλες κοντά οι Κεραμιώτες κοιλιά και πλευρά, πισινά και νεφρά τού βαρούν· κι όπως έτρωε τις φάπες αυτός, κάτι κούφιες, ψιλές αμολά, τη λαμπάδα του σβήνει και δρόμο!